Κύστεις ωοθηκών και εγκυμοσύνη

Στο 3% των κυήσεων ανευρίσκονται κύστεις στις ωοθήκες. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων δεν γίνονται άμεσα αντιληπτές από την έγκυο γυναίκα, παρά μόνο στο μαιευτικό υπερηχογράφημα του 1ου τριμήνου για την επιβεβαίωση της εγκυμοσύνης.

Τι είναι οι κύστεις ωοθηκών ;

Είναι μορφώματα στις ωοθήκες, συνήθως λειτουργικής-ορμονικής αιτιολογίας, καλοήθη που υποχωρούν στο τέλος του 1ου τριμήνου ή στις αρχές του 2ου τριμήνου της εγκυμοσύνης. Επίσης, μπορεί να είναι κύστεις δερμοειδείς (ωριμο κυστικό τεράτωμα), ενδομητριωσικές κύστεις, κυσταδενώματα και κύστεις άνευ κλινικής σημασίας όπως παραωοθηκικές, περιτοναϊκές κύστεις . Σπάνια μπορεί να υπάρχει κακοήθεια και απαιτείται λεπτομερειακή εκτίμηση και περαιτέρω διερεύνηση των μορφωμάτων αυτών.

Ποιες οι επιπλοκές των κύστεων αυτών στη διάρκεια της εγκυμοσύνης;

Οι κύστεις αυτές έχουν πιθανότητα, σε ποσοστό 1%-4%, να υποστούν ρήξη ή συστροφή και να δημιουργηθεί στη γυναίκα έντονη συμπτωματολογία, όπως πόνος και αιμορραγία.

Πως γίνεται η διάγνωση των κύστεων αυτών στην εγκυμοσύνη;

Πρωταρχικό διαγνωστικό εργαλείο για την εντόπιση και διερεύνηση των ωοθηκικών μορφωμάτων είναι το υπερηχογράφημα, με τη συμβολή του Doppler (έγχρωμο υπερηχογράφημα). Το υπερηχογράφημα αποτελεί αξιόπιστη, φθηνή μέθοδο, χωρίς να προκαλεί δυσφορία της εγκύου ή βλαπτική επίδραση στο έμβρυο. Μπορεί να χαρακτηρίσει, με σχετικά υψηλή διαγνωστική ακρίβεια για το αν μία κύστη είναι καλοήθης ή κακοήθης. Απαραίτητη προϋπόθεση είναι να εκτελείται από έμπειρο γυναικολόγο-μαιευτήρα με εξειδικευμένη γνώση στην υπερηχογραφική απεικόνιση και παθοφυσιολογία των ωοθηκών.

Υποβοηθητικό εργαλείο των υπερήχων αποτελεί η Μαγνητική Τομογραφία, που πρέπει να γίνεται μετά το 1ο τρίμηνο και μόνο αν τα αποτελέσματα των υπερήχων είναι ασαφή.

Αντιμετώπιση των ωοθηκικών κύστεων στην εγκυμοσύνη

Όταν το κυστικό μόρφωμα στην ωοθήκη είναι μεγαλύτερο των 6 εκατοστών, επιμένει στο 2ο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, έχει ύποπτα για κακοήθεια υπερηχογραφικά χαρακτηριστικά, υπάρχουν επιπλοκές (πόνος, αίμα, συστροφή, ρήξη), τότε απαιτείται χειρουργική παρέμβαση (ανοικτή επέμβαση ή λαπαροσκοπική) μεταξύ 16ης και 20ης εβδομάδας. Σε αντίθετη περίπτωση, προβλέπεται παρακολούθηση, λόγω της μεγάλης πιθανότητας εξαφάνισής του. Πρέπει όμως να τονισθεί ότι κάθε περίπτωση πρέπει να εξατομικεύεται, ανάλογα με τα χαρακτηριστικά της κύστης (καλοήθης ή κακοήθης), την ηλικία της γυναίκας και της κύησης και την επιθυμία της γυναίκας για διατήρηση της παρούσης κύησης και της γονιμότητάς της.