Θρομβοφιλία και εγκυμοσύνη

Τι είναι θρομβοφιλία;

Είναι η αυξημένη τάση του αίματος για πήξη. Στην διεθνή βιβλιογραφία αναφέρεται ότι η θρομβοφιλία εμφανίζεται 1 στους 15 ανθρώπους, ενώ στον Ελλαδικό χώρο, πάσχει 1 στους 7 Έλληνες.

Που οφείλεται η θρομβοφιλία;

Η θρομβοφιλία είναι είτε κληρονομική (ελαττωματικό γονίδιο που μεταφέρεται από τους γονείς στα παιδιά), είτε επίκτητη (αποτέλεσμα διαταραχής του ανοσοποιητικού συστήματος, η οποία προκαλεί την επαγωγή ενός αντισώματος που παρεμβαίνει στο μηχανισμό πήξης του αίματος) και μπορεί να προκύψει από διάφορες καταστάσεις όπως: παχυσαρκία, παρατεταμένη ακινησία, σακχαρώδης διαβήτης, εγκυμοσύνη, τοκετός, λήψη ορμονών, π.χ. αντισυλληπτικών.

Τί προκαλεί η θρομβοφιλία στη γυναίκα;

Πως διαγιγνώσκεται η θρομβοφιλία;

Αρχικά πρέπει να υπάρχει άμεση και καλή συνεργασία του γυναικολόγου με τον αιματολόγο. Έτσι θα εκτιμηθεί δεόντως και λεπτομερειακά το ιστορικό της γυναίκας (ατομικό και κληρονομικό) και θα διερευνηθούν πιθανοί επιβαρυντικοί παράγοντες, όπως κάπνισμα, παχυσαρκία, συνοδά νοσήματα και λήψη ορμονικών σκευασμάτων. Επίσης, πρέπει να τονισθεί ότι η εγκυμοσύνη, αυτή καθ’ αυτή είναι προδιαθεσικός παράγοντας για την δημιουργία θρομβώσεων. Αυτό, γιατί τα υψηλά επίπεδα των οιστρογόνων και η πίεση που προκαλεί η εγκύμονα μήτρα στα αγγεία της κοιλιάς μπορεί να προκαλέσει υπερπηκτικότητα στο αίμα της εγκύου.

Υπάρχουν πολλές αιματολογικές εξετάσεις για τον έλεγχο της θρομβοφιλίας (γονιδιακός και μοριακός έλεγχος). Όμως το ποιες θα χρειαστεί να γίνουν θα αποφασισθεί από τον θεράποντα γιατρό.

Οι κύριες εξετάσεις είναι: Γεν. αίματος, χρόνος πήξης, έλεγχος για αυτοάνοσα νοσήματα, έλεγχος προθρομβίνης, παράγοντας V, παράγοντας Hageman, MTHFR, PAI-1, GPIa, γονοτύπωση του APOE, πρωτεΐνη C και πρωτεΐνη S και ο παράγοντας Von Villebrand.

Εκτίμηση και θεραπεία

Η θεραπεία πρέπει να εξατομικεύεται σε κάθε εγκυμονούσα. Αν υπάρχουν μόνο προδιαθεσικοί παράγοντες, τότε σύμφωνα με σύγχρονα βιβλιογραφικά δεδομένα, απαιτείται έναρξη υψηλής δόσης ασπιρίνης (150 mg) από την 10η εβδομάδα της εγκυμοσύνης. Αν όμως υπάρχει ιστορικό, τότε ο κίνδυνος υποτροπής στην εγκυμοσύνη είναι πολύ μεγάλος. Οι ηπαρίνες χαμηλού μοριακού βάρους, είναι το φάρμακο εκλογής για την πρόληψη των επιπλοκών της θρομβοφιλίας κατά την διάρκεια της κύησης. Η ηπαρινοθεραπεία θα πρέπει να αρχίζει αμέσως μετά την επιβεβαίωση της εγκυμοσύνης και αναλόγως του ιστορικού να συνεχίζεται 4 έως και 6 εβδομάδες μετά τον τοκετό.