Τι είναι;

Είναι μία κατάσταση που εμφανίζεται συνήθως στο 1ο τρίμηνο της εγκυμοσύνης και χαρακτηρίζεται από ναυτία, τάση προς έμετο και εμέτους κατά τη διάρκεια της ημέρας. Αφορά το 1%-2% των εγκύων. Η υπερέμεση εγκυμοσύνης θεωρείται μία φυσιολογική “δυσλειτουργία της εγκυμοσύνης”, αλλά μπορεί να επιμείνει και μετά την 16η εβδομάδα, ή/και σπάνια μέχρι το τέλος της εγκυμοσύνης. Σε ύπαρξη έντονων συμπτωμάτων θα πρέπει να δοθεί ιδιαίτερη προσοχή, γιατί η έγκυος μπορεί να οδηγηθεί σε αφυδάτωση.

Ποια είναι τα αίτια;

  • Διάφοροι ορμονικοί παράγοντες, όπως η αύξηση της β-χοριακής γοναδοτροπίνης, της οιστραδιόλης και πιθανόν της προγεστερόνης.
  • Το άγχος και η ασταθής ψυχολογική κατάσταση της εγκύου.
  • Κληρονομικότητα (μητέρα, αδελφή).
  • Ιστορικό υπερέμεσης κύησης, γαστρεντερικών διαταραχών και ημικρανιών σε προηγούμενη εγκυμοσύνη.
  • Δίδυμη / πολύδυμη εγκυμοσύνη.
  • Παθολογικά αίτια: Νοσήματα θυρεοειδούς, παγκρέατος, γαστρεντερικού σωλήνα, νεφροπάθειες, χολοκυστοπάθειες και σακχαρώδης διαβήτης.

Πως αντιμετωπίζεται η υπερέμεση στην εγκυμοσύνη

Κατ’ αρχήν θα πρέπει η έγκυος να ενημερώσει άμεσα τον μαιευτήρα της, ο οποίος θα κρίνει τη σοβαρότητα της κατάστασης. Η συμβουλή στα αρχικά στάδια, είναι η ενυδάτωση και η λήψη πολυβιταμινούχων σκευασμάτων. Να τρώει μικρά και συχνά γεύματα και να πίνει αεριούχα αφεψήματα (π.χ. τζίντζερ). Θα πρέπει να αποφεύγει έντονη σωματική καταπόνηση, stress, αναίτιες μετακινήσεις και κυρίως αποφυγή παραγόντων που προκαλούν ναυτία, όπως οι έντονες οσμές.
Αν δεν υπάρξει βελτίωση, πρέπει να χορηγηθούν φαρμακευτικά σκευάσματα (αντισταμινικά, αντιεμετικά). Σε περίπτωση έντονης υπερέμεσης, η έγκυος πρέπει να εισαχθεί στο νοσοκομείο για εκτεταμένο εργαστηριακό έλεγχο και ενδοφλέβια λήψη υγρών για να αποφευχθούν επιπλοκές, όπως η αφυδάτωση.