Τα Σ.Μ.Ν. στην εγκυμοσύνη παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον διότι εκτός των επιπλοκών που ενδέχεται να προκαλέσουν στην έγκυο στην πορεία και εξέλιξη της κύησης, μπορεί να μεταδοθούν στο έμβρυο με δυσάρεστες συνέπειες για την επιβίωση και εξέλιξη του. Στην αρχή της εγκυμοσύνης η γυναίκα πρέπει να υποβληθεί σε εργαστηριακές εξετάσεις προγεννητικού ελέγχου για τυχόν ύπαρξη Σ.Μ.Ν.. Οι αγγελίες συνήθως υποβάλλονται σε εξετάσεις για ύπαρξη ηπατίτιδας Β και C ή και σύφιλης. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις υπάρχει κίνδυνος μετάδοσης από τη μητέρα στο έμβρυο. Η θεραπευτική αντιμετώπιση των Σ.Μ.Ν. στην εγκυμοσύνη δεν διαφοροποιείται από ότι στην μη έγκυο γυναίκα. Πρέπει να λαμβάνονται όμως υπόψη οι πιθανοί κίνδυνοι που μπορεί να δημιουργήσουν στο έμβρυο. Ο μαιευτήρας οφείλει να συμβουλέψει την έγκυο γυναίκα για την χορήγηση φαρμάκων στην κύηση και τις πιθανές παρενέργειες στο έμβρυο. Πρέπει να εξατομικεύεται η θεραπευτική αγωγή, ανάλογα με το νόσημα, ανάλογα με το τρίμηνο της κύησης που νοσεί η έγκυος και να προτείνεται ο κατάλληλος τρόπος διεκπεραίωσης του τοκετού φυσιολογικός τοκετός η καισαρική τομή ανάλογα με τις πιθανότητες μόλυνσης του εμβρύου ή του νεογνού.

Τα περισσότερα Σ.Μ.Ν. αντιμετωπίζονται θεραπευτικά, αν και η αντιμετώπισή τους περιπλέκεται από το γεγονός της ασυμπτωματικής τους μετάδοσης ( π.χ έρπητας γεννητικών οργάνων και κονδυλωμάτων). Τα Σ.Μ.Ν. στην εγκυμοσύνη πρέπει να ανιχνεύονται νωρίς, να θεραπεύονται και να υποβάλλονται οι έγκυες σε τακτική παρακολούθηση από τον μαιευτήρα για να αποφευχθούν δυσάρεστα συμβάντα όπως ενδομήτριος θάνατος, αποβολή, πρόωρη ρήξη μεμβρανών και πρόωρος τοκετός, φλεγμονές της μήτρας και των πυελικών οργάνων.