CMV και Εγκυμοσύνη

Η λοίμωξη από κυτταρομεγαλοϊό ανήκει στην κατηγορία των ειδικών λοιμώξεων που εμπλέκονται με την εγκυμοσύνη.

Ο κυτταρομεγαλοϊός ανήκει στην οικογένεια των ερπητοϊών. Οι τρόποι μετάδοσης είναι με: σεξουαλική επαφή, αναπνευστικές εκκρίσεις, ούρα, σάλιο, ιδρώτα, κατά τον τοκετό, από την έγκυο στο έμβρυο (διαπλακουντιακά), μετάγγιση αίματος και τέλος κατά τον μητρικό θηλασμό. Η πιθανότητα μετάδοσης της λοίμωξης αυτής αυξάνεται με την αύξηση ηλικίας τη εγκυμοσύνης. Όμως όσο αργότερα στην διάρκεια τη εγκυμοσύνης συμβεί η λοίμωξη, τόσο πιο μικρή είναι η πιθανότητα εμφάνισης σοβαρών επιπλοκών. Τα νεογνά μπορεί να παρουσιάσουν διαταραχές της σωματικής και νοητικής ανάπτυξης, διόγκωση ήπατος, σπληνός και δερματικό εξάνθημα. Το ¼ των νεογνών που θα προσβληθούν από τη λοίμωξη, μπορεί να παρουσιάσουν αργότερα επιπλοκές (συνήθως μέχρι τα 2 έτη), όπως κώφωση, διανοητική καθυστέρηση και αναπηρία.

Πως γίνεται η διάγνωση της λοίμωξης από κυτταρομεγαλοϊό στην εγκυμοσύνη

Η διάγνωση στηρίζεται στον προσδιορισμό ειδικών αντισωμάτων (IgG, IgM) και ελέγχεται αν η λοίμωξη είναι πρόσφατη ή παλαιότερη. Η έγκυος που δεν έχει έλθει σε επαφή με τον κυτταρομεγαλοϊό, χρειάζεται τακτικό έλεγχο 1 φορά τον μήνα, ώστε να διαγνωσθεί έγκαιρα η πρωτολοίμωξη από τον ιό.

Θεραπεία της λοίμωξης της εγκύου από κυτταρομεγαλοϊό

Χορηγείται ειδική ανοσοσφαιρίνη για τον ιό (CMV MIG). Απαιτείται έλεγχος του εμβρύου με υπερηχογράφημα, μαγνητική τομογραφία και αμνιοπαρακέντηση για την πιθανή λοίμωξη του εμβρύου. Το ελπιδοφόρο μήνυμα είναι ότι η έγκαιρη ανίχνευση του ιού στη μητέρα και η άμεση χορήγηση της ειδικής σφαιρίνης μειώνει την συμπτωματική νόσο στο νεογνό κατά 90%-95%.