Η χολόσταση είναι μία πάθηση που εμφανίζεται στο 2ο-3ο τρίμηνο της εγκυμοσύνης, οφείλεται στη συσσώρευση και αύξηση των χολικών αλάτων και εκδηλώνεται με κνησμό (φαγούρα) και ίκτερο. Ως προδιαθεσικοί παράγοντες θεωρούνται το ατομικό αλλά και το κληρονομικό ιστορικό, όπως επίσης και η παρατεταμένη χρήση αντισυλληπτικών, πριν την εγκυμοσύνη.

Πως ανιχνεύεται η πάθηση αυτή;

Κλινικά στοιχεία: Κνησμός (ήπιος έως έντονος, στις παλάμες των χεριών και στα πέλματα των ποδιών, στο πρόσωπο και στον θώρακα), ίκτερος, εμπύρετη ουρολοίμωξη, υπέρχρωση ούρων και αποχρωματισμός των κοπράνων κ ασαφής πόνος στην κοιλιά.
Εργαστηριακά ευρήματα: Αύξηση των χολικών αλάτων, υπολευκωματιναιμία, αύξηση των ηπατικών ενζύμων, της αλκαλικής φωσφατάσης, της χοληστερίνης και των τριγλυκεριδίων.
Απεικονιστικός έλεγχος: Υπέρηχος ήπατος-χοληφόρων και σε ενδεδειγμένες περιπτώσεις μαγνητική τομογραφία άνω κοιλίας.

Ποιες οι επιπλοκές που μπορεί να εμφανισθούν;

  • Αιφνίδιος ενδομήτριος θάνατος
  • Πρόωρος τοκετός
  • Αιμορραγία μετά τον τοκετό (υστεροτοκία)

Αντιμετώπιση της ενδοηπατικής χολόστασης στην εγκυμοσύνη

  • Τακτική μαιευτική παρακολούθηση (υπέρηχος και έλεγχος της εμβρυοπλακουντιακής μονάδας με Doppler, καρδιοτοκογράφημα)
  • Αντιμετώπιση του κνησμού (αντικνησμώδη – αντιαλλεργικά σκευάσματα).
  • Φάρμακα για την απορρόφηση των χολικών οξέων (ουρσοδεοξυχολικό οξύ – χολεστυραμίνη).
  • Πρόκληση τοκετού ή καισαρική τομή, ανάλογα με τα ευρήματα και την πορεία της νόσου στις 35-37 εβδομάδες της εγκυμοσύνης.

Προγνωστικοί παράγοντες της νόσου

  • Ο κυριότερος προγνωστικός παράγοντας είναι η αύξηση των χολικών αλάτων σε τουλάχιστον διπλάσια συγκέντρωση από τα φυσιολογικά επίπεδα. Δευτερογενείς παράγοντες είναι τα υπερηχογραφικά ευρήματα, το καρδιοτοκογράφημα και τα κλινικά συμπτώματα της εγκύου.
  • Ο θηλασμός δεν απαγορεύεται.
  • Η πιθανότητα υποτροπής της νόσου στην επόμενη κύηση είναι περίπου 60%.